9 αποτελέσματα για «糟»
糟糠 そうこう
ουσιαστικό
- 01 άχυρο και πίτουρο, λιτή τροφή
- 02 άχρηστο αντικείμενο, ασήμαντο πράγμα
糟粕 そうはく
ουσιαστικό
- 01 κατακάθι σάκε
糟糠の妻 そうこうのつま
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αφοσιωμένη σύζυγος, σύζυγος που συμπορεύτηκε στις δύσκολες στιγμές, σύζυγος που παντρεύτηκε κάποιον στη φτώχεια
糟毛 かすげ
ουσιαστικό
- 01 κερασής (τύπος χρώματος αλόγου)
糟汁 かすじる
ουσιαστικό
- 01 σούπα που παρασκευάζεται με οινολάσπη
糟鮫 かすざめ
ουσιαστικό
- 01 γιαπωνέζικο καρχαρίας-άγγελος (Squatina japonica)
糟を食う かすをくう
άλλο, ρήμα
- 01 δέχομαι επίπληξη (χρησιμοποιείται κυρίως στο θέατρο)
糟酢 かすず
ουσιαστικό
- 01 ξύδι από κατακάθια σάκε (κασούζου)
糟
- 01 κατακάθι, ίζημα, απομεινάρια
- 02 ίζημα, κατακάθι
- 03 κατακάθι, υπολείμματα καφέ