10 αποτελέσματα για «糠»

ぬか

ουσιαστικό

  1. 01 πίτουρο ρυζιού
糠に釘 ぬかにくぎ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άκαρπος, μάταιος κόπος
糠味噌 ぬかみそ

ουσιαστικό

  1. 01 νουκαμίσο (αλμυρή πάστα από πίτουρο ρυζιού για τουρσιά)
糠蚊 ぬかか

ουσιαστικό

  1. 01 νυκτιδίδα, σκνίπα (κάθε έντομο της οικογένειας Κερατοπογωνίδες)
糠子 ぬかご

ουσιαστικό

  1. 01 νουσάγκο (είδος δίπτερου εντόμου της οικογένειας Ceratopogonidae), αόρατο κουνούπι
糠油 ぬかあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 έλαιο πίτουρου ρυζιού
糠蝿 ぬかばえ

ουσιαστικό

  1. 01 κηροπωγωνίδης (μικρό δαγκωτό μυγάκι), αόρατο μυγάκι
  2. 02 δελφακίδης (έντομο της οικογένειας των φυτοφάγων τζιτζικιών)
糠薄 ヌカススキ

ουσιαστικό

  1. 01 αίρα η καρυοφύλλεια (είδος αγρωστώδους)
糠星草 ヌカボシソウ

ουσιαστικό

  1. 01 λουζούλα η πτερωτή (Luzula plumosa)
  1. 01 πίτουρο ρυζιού