20 αποτελέσματα για «紀»

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος, εποχή
  2. 02 Νιχόν Σόκι (το δεύτερο παλαιότερο έργο της ιαπωνικής ιστορίας, που συντάχθηκε το 720 μ.Χ.), Νιχόνγκι, Χρονικά της Ιαπωνίας
  3. 03 Κι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Βακαγιάμα και νότια Μίε)
紀元前 きげんぜん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προ χριστού, προ κοινής χρονολογίας
紀伊 きい

ουσιαστικό

  1. 01 Κιί (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Βακαγιάμα και νότια Μίε)
紀元 きげん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή
  2. 02 κοινή χρονολογία, μετά Χριστόν
紀行 きこう

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο ταξιδιού, ταξιδιωτικό χρονικό
紀行文 きこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ταξιδιωτικό κείμενο, ταξιδιωτικό αφήγημα, ημερολόγιο ταξιδιού
紀元後 きげんご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά χριστόν
紀伊國屋 きのくにや

ουσιαστικό

  1. 01 Κινοκουνίγια
  2. 02 Κινοκουνίγια (αλυσίδα βιβλιοπωλείων)
紀元節 きげんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κιγκενσέτσου (ημέρα ίδρυσης της αυτοκρατορίας, 11 Φεβρουαρίου, εθνική εορτή που ίσχυε από το 1872 έως το 1948)
紀要 きよう

ουσιαστικό

  1. 01 ενημερωτικό δελτίο
  2. 02 απομνημονεύματα
紀伝 きでん

ουσιαστικό

  1. 01 βιογραφία
紀伝体 きでんたい

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή χρονικών-βιογραφιών (του ιστορικού συγγραφικού λόγου)
紀年 きねん

ουσιαστικό

  1. 01 έτη (από την έναρξη μιας εποχής)
紀年法 きねんほう

ουσιαστικό

  1. 01 χρονολογικό σύστημα, σύστημα αρίθμησης ετών που χρησιμοποιείται από ένα ημερολόγιο
紀州みかん きしゅうみかん

ουσιαστικό

  1. 01 κισού μικάν (είδος μανταρινιού)
紀事本末体 きじほんまつたい

ουσιαστικό

  1. 01 θεματικό-χρονογραφικό ύφος (ιστορικής συγγραφής)
紀州犬 きしゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 κισιού κεν (ιαπωνική ράτσα σκύλου)
紀州鉄道株式会社 きしゅうてつどうかぶしきがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 Κισού Τετσούντο Καμπουσίκι Γκαΐσα
紀勢本線 きせいほんせん

ουσιαστικό

  1. 01 Κύρια γραμμή Κισέι (σιδηροδρομική γραμμή στους νομούς Βακαγιάμα και Μίε)
  1. 01 χρονικό
  2. 02 αφήγηση, διήγηση
  3. 03 αφήγηση, διήγηση
  4. 04 ιστορία
  5. 05 χρονικά, καταγραφές
  6. 06 γεωλογική περίοδος