31 αποτελέσματα για «約»

約束 やくそく N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόσχεση, συμφωνία, διακανονισμός, λόγος, συμβόλαιο, σύμφωνο
  2. 02 ραντεβού, συνάντηση
  3. 03 σύμβαση, κανόνας
  4. 04 μοίρα, πεπρωμένο
やく N3

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 περίπου, κατά προσέγγιση
  2. 02 υπόσχεση, ραντεβού, δέσμευση
  3. 03 συντόμευση, μείωση, απλοποίηση
  4. 04 συστολή (στη φωνητική)
約束を守る やくそくをまもる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τηρώ μια υπόσχεση, κρατώ τον λόγο μου
約束通り やくそくどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όπως υποσχέθηκα
約束を破る やくそくをやぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αθετώ υπόσχεση, αθετώ τον λόγο μου, αθετώ συμφωνία
約定 やくじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, συμβατικός όρος, σύμβαση
約束事 やくそくごと

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσχεση, όρκος, δέσμευση
  2. 02 συμβατική διάταξη, κανόνας, απόφαση
約束破る やくそくやぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αθετώ την υπόσχεση, αθετώ τον λόγο μου, αθετώ τη συμφωνία
約する やくする

ρήμα

  1. 01 υπόσχομαι
  2. 02 συνοψίζω, απλοποιώ, συντομεύω
  3. 03 περιορίζω, μειώνω
約束の地 やくそくのち

ουσιαστικό

  1. 01 υποσχεμένη γη
約半分 やくはんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 περίπου το μισό
約数 やくすう

ουσιαστικό

  1. 01 διαιρέτης, παράγοντας, μέτρο
約束手形 やくそくてがた

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμάτιο
約款 やっかん

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνία, όρος, άρθρο, ρήτρα
約言 やくげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίληψη, σύνοψη
  2. 02 συστολή, συντόμευση
  3. 03 προφορική συμφωνία
約分 やくぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απλοποίηση (ενός κλάσματος στους χαμηλότερους δυνατούς όρους του)
約諾 やくだく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία, υπόσχεση
約める つづめる

ρήμα

  1. 01 συνοψίζω, συντομεύω, κάνω οικονομία
約束に背く やくそくにそむく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αθετώ την υπόσχεσή μου
約手 やくて

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμάτιο