2 αποτελέσματα για «紊»

紊乱 びんらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναταραχή, σύγχυση, διατάραξη (της τάξης, της ειρήνης κ.λπ.), διαφθορά (π.χ. των ηθών)
  1. 01 ενοχλώ