5 αποτελέσματα για «紗»

しゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξωτή γάζα
紗のよう しゃのよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 σαν γάζα, λεπτεπίλεπτος, διάφανος
紗綾形 さやがた

ουσιαστικό

  1. 01 σαγιαγκάτα (μοτίβο με πλεγμένες σβάστικες)
紗幕 しゃまく

ουσιαστικό

  1. 01 γιαλιστερή κουρτίνα, λεπτό ύφασμα (σραμάκου)
  1. 01 γάζα
  2. 02 αραχνοΰφαντο