7 αποτελέσματα για «級»
級 きゅう N3
ουσιαστικό, άλλο, επίθημα
- 01 τάξη, σχολικό έτος, τμήμα
- 02 κατηγορία, βαθμός, στάθμη, επίπεδο
- 03 κιου (κατώτερος βαθμός στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, στο σόγκι, κ.λπ.)
級友 きゅうゆう
ουσιαστικό
- 01 συμμαθητής, φίλος στην ίδια τάξη
級長 きゅうちょう
ουσιαστικό
- 01 πρόεδρος τάξης, αρχηγός τμήματος
級数 きゅうすう
ουσιαστικό
- 01 σειρά
級別 きゅうべつ
ουσιαστικό
- 01 ταξινόμηση, κατάταξη
- 02 ταξινόμηση, κατηγοριοποίηση
級章 きゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό βαθμού, σήμα κατάταξης
級
- 01 τάξη, κατηγορία
- 02 βαθμός
- 03 επίπεδο