12 αποτελέσματα για «紳»
紳士 しんし N1
ουσιαστικό
- 01 κύριος
紳士的 しんしてき
επίθετο
- 01 ιπποτικός, ευγενικός, καλλιεργημένος, αριστοκρατικός
紳士淑女 しんししゅくじょ
ουσιαστικό
- 01 κυρίες και κύριοι
紳士服 しんしふく
ουσιαστικό
- 01 ανδρικά ενδύματα, ανδρικά ρούχα
紳士協定 しんしきょうてい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία κυρίων
紳士風 しんしふう
ουσιαστικό
- 01 ευγενικός, που θυμίζει τζέντλεμαν, με το ύφος τζέντλεμαν
紳士録 しんしろく
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος προσωπικοτήτων, ευρετήριο, κοινωνικό μητρώο
紳士用 しんしよう
ουσιαστικό
- 01 ανδρικός, για άνδρες
紳商 しんしょう
ουσιαστικό
- 01 εύπορος έμπορος
紳士靴 しんしぐつ
ουσιαστικό
- 01 ανδρικά υποδήματα
紳士用装身具商人 しんしようそうしんぐしょうにん
ουσιαστικό
- 01 έμπορος ειδών ραπτικής και ανδρικών αξεσουάρ
紳
- 01 κύριος
- 02 καλή ζώνη
- 03 κύριος