13 αποτελέσματα για «絨»

絨毯 じゅうたん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλί, τάπητας, δρομέας
絨毯爆撃 じゅうたんばくげき

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλός βομβαρδισμός (μαζικός βομβαρδισμός μιας ολόκληρης περιοχής)
絨毛 じゅうもう

ουσιαστικό

  1. 01 λάχνη
  2. 02 χνούδι
絨毛性 じゅうもうせい

άλλο

  1. 01 λαχνωτός
  2. 02 χοριακός
絨毛膜 じゅうもうまく

ουσιαστικό

  1. 01 χοριόνιο
絨毛性ゴナドトロピン じゅうもうせいゴナドトロピン

ουσιαστικό

  1. 01 χοριακή γοναδοτροπίνη
絨毛がん じゅうもうがん

ουσιαστικό

  1. 01 χοριοκαρκίνωμα
絨毛膜羊膜炎 じゅうもうまくようまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 χοριοαμνιονίτιδα, ενδοαμνιακή λοίμωξη
絨毛検査 じゅうもうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη χοριακών λαχνών, λήψη τροφοβλάστη, CVS
絨毛診断 じゅうもうしんだん

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη τροφοβλαστικών λαχνών, CVS
絨毛穿刺 じゅうもうせんし

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη τροφοβλαστικών λαχνών, λήψη χοριακών λαχνών (CVS)
絨毛膜絨毛 じゅうもうまくじゅうもう

ουσιαστικό

  1. 01 χοριακή λάχνη
  1. 01 μάλλινο ύφασμα