6 αποτελέσματα για «綬»
綬 じゅ
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα, μεταλλική ταινία παράσημου
綬章 じゅしょう
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα, διάσημο
綬を釈く じゅをとく
άλλο, ρήμα
- 01 εγκαταλείπω την κυβερνητική υπηρεσία, παραιτούμαι από δημόσιο αξίωμα, λύνω την κορδέλα
綬を結ぶ じゅをむすぶ
άλλο, ρήμα
- 01 αναλαμβάνω δημόσιο αξίωμα, διορίζομαι ως δημόσιος υπάλληλος, φοράω την επίσημη στολή, δένω την κορδέλα
綬鶏 ジュケイ
ουσιαστικό
- 01 τραγόπανας του Κάμπο (Tragopan caboti), κινεζικός τραγόπανας, κιτρινοκοιλιακός τραγόπανας
綬
- 01 κορδέλα