3 αποτελέσματα για «綰»

綰ねる わがねる

ρήμα

  1. 01 λυγίζω (σύρμα κ.λπ.) σε θηλιά, πλέκω (μαλλιά) σε κότσο
綰ねる たがねる

ρήμα

  1. 01 δεσμεύω, συγκεντρώνω σε δέσμη
  1. 01 τυλίγω γύρω