16 αποτελέσματα για «綾»

あや

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, μοτίβο
  2. 02 ύφανση σατέν (twill), διαγώνιο μοτίβο ριγών
  3. 03 ύφος (λόγου), σχήμα (λόγου)
  4. 04 σχέδιο, πλοκή, πλάνο
  5. 05 μικρή διακύμανση της αγοράς, τεχνική διόρθωση
  6. 06 παιχνίδι με νήματα (cat's cradle)
  7. 07 βέργα διαχωρισμού (σε αργαλειό)
綾取り あやとり

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με σπάγκο
綾織り あやおり

ουσιαστικό

  1. 01 στριφτό ύφασμα (ύφανση τύπου σατέν ή twill)
綾糸 あやいと

ουσιαστικό

  1. 01 έγχρωμη κλωστή, νήμα για το παιχνίδι με τις κλωστές, μίτος του αργαλειού
綾羅 りょうら

ουσιαστικό

  1. 01 περίτεχνο ύφασμα, ανάγλυφο μετάξι και λεπτό μετάξι
綾錦 あやにしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφο μεταξωτό ύφασμα και μπροκάρ
綾絹 あやぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξωτό ύφασμα με διαγώνια ύφανση
綾藺笠 あやいがさ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος παραδοσιακού ιαπωνικού κωνικού καπέλου
綾布 あやぬの

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντό με διαγώνια πλέξη, δαμασκηνό και μπροκάρ
綾をなして あやをなして

άλλο

  1. 01 με όμορφα σχέδια
綾戻し あやもどし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική διόρθωση, επαναφορά
綾織物 あやおりもの

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντό με σχέδια, υφαντό τύπου σατέν
綾杉状 あやすぎじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ζικ-ζακ, μοτίβο δοντιών σκύλου
綾綺殿 りょうきでん

ουσιαστικό

  1. 01 περίπτερο όπου στεγάζονταν τα λουτρά και ο θάλαμος ένδυσης του αυτοκράτορα (στο Ανάκτορο Χεϊάν)
綾竹 あやだけ

ουσιαστικό

  1. 01 βέργα διαχωρισμού (στον αργαλειό)
  1. 01 σχέδιο
  2. 02 ύφασμα με σχέδια
  3. 03 τουίλ, διαγώνια ύφανση