9 αποτελέσματα για «緒»

しょ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, απαρχή

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι, λουρί, ιμάντας
  2. 02 χορδή (μουσικού οργάνου, τόξου, κ.λπ.)
緒戦 しょせん

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη εχθροπραξιών, έναρξη ανταγωνισμού
  2. 02 πρώτος αγώνας (σε μια σειρά)
緒言 しょげん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόλογος, εισαγωγή
緒につく しょにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αρχίζω, μπαίνω σε τροχιά υλοποίησης
緒論 しょろん

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή, προοίμιο
緒締め おじめ

ουσιαστικό

  1. 01 οτζιμέ, σκοινί σύσφιξης σε πουγκί ή τσαντάκι
緒作 しょさく

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα έργα
  1. 01 κορδόνι
  2. 02 αρχή
  3. 03 έναρξη
  4. 04 τέλος
  5. 05 κορδόνι
  6. 06 λουρί
  7. 07 ψυχική ή συναισθηματική κατάσταση