6 αποτελέσματα για «緘»
緘口令 かんこうれい
ουσιαστικό
- 01 εντολή φίμωσης, διάταγμα απαγόρευσης δημοσιοποίησης, νόμος περί σιωπής
緘 かん
ουσιαστικό
- 01 ράμμα, σφραγίδα (π.χ. φακέλου)
- 02 επιγραφή στη σφραγίδα ενός φακέλου
緘黙 かんもく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σιωπηλός
緘する かんする
ρήμα
- 01 σφραγίζω, κλείνω
- 02 επιβάλλω σιωπή, φιμώνω, αποσιωπώ
緘黙症 かんもくしょう
ουσιαστικό
- 01 αλαλία, αφωνία
緘
- 01 κλείνω
- 02 σφραγίζω