2 αποτελέσματα για «緻»
緻密 ちみつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 λεπτός (για υφή, κατασκευή κ.λπ.), πυκνός (για ύφανση), ευαίσθητος, περίπλοκος, περίτεχνος
- 02 ακριβής, ορθός, προσεκτικός, σχολαστικός, εξονυχιστικός (π.χ. παρατήρηση), λεπτομερής, επεξεργασμένος (π.χ. σχέδιο)
緻
- 01 λεπτός