3 αποτελέσματα για «縢»

縢る かがる

ρήμα

  1. 01 ράβω, στριφώνω, μπαλώνω, συρράπτω, επιδιορθώνω με ράψιμο
縢り かがり

ουσιαστικό

  1. 01 ράψιμο, μαντάρισμα
  1. 01 σταυροβελονιά
  2. 02 μπαλώνω