8 αποτελέσματα για «縷»
縷々 るる
επίρρημα, άλλο
- 01 λεπτομερώς, διεξοδικά, εκτενώς
- 02 αδιάκοπος, συνεχής, αδιάσπαστος
縷述 るじゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λεπτομερής εξήγηση
縷説 るせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλυτική επεξήγηση
縷言 るげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λεπτομερής εξήγηση
縷々綿々 るるめんめん
άλλο, επίρρημα
- 01 που συνεχίζεται κουραστικά και με κάθε λεπτομέρεια
縷陳 るちん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλυτική εξήγηση, λεπτομερής αναφορά
縷紅草 ルコウソウ
ουσιαστικό
- 01 ρουκόσο, αναρριχώμενο φυτό με κόκκινα άνθη (Ipomoea quamoclit)
縷
- 01 κλωστή