3 αποτελέσματα για «縺»
縺れる もつれる
ρήμα
- 01 μπλέκομαι, μπερδεύομαι
- 02 έχω κακό έλεγχο (της γλώσσας, των ποδιών κ.λπ.), σκοντάφτω
- 03 περιπλέκομαι, γίνομαι δύσκολος, γίνομαι περίπλοκος, μπλέκομαι, γίνομαι ακατάστατος
縺れ もつれ
ουσιαστικό
- 01 μπέρδεμα, πλέγμα, κόμπος
- 02 επιπλοκή, δυσκολίες, πρόβλημα, αναποδιές, εμπόδιο
縺
- 01 μπερδεύω
- 02 δένω
- 03 στερεώνω
- 04 δεσμεύω