31 αποτελέσματα για «繁»

繁栄 はんえい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευημερία, άνθηση, ακμή
繁華街 はんかがい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική περιοχή, εμπορικό κέντρο, πολυσύχναστος δρόμος, κέντρο πόλης
繁盛 はんじょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευημερία, ακμή, άνθηση
繁殖 はんしょく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπαραγωγή, διάδοση, πολλαπλασιασμός, αύξηση
はん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυπλοκότητα, συχνότητα, ταλαιπωρία
  2. 02 παραδοσιακός κινεζικός χαρακτήρας, μη απλοποιημένος κινεζικός χαρακτήρας
繁殖力 はんしょくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπαραγωγική ικανότητα, γονιμότητα
繁茂 はんも

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνθιση (φυτών), ευδοκίμηση, πλούσια βλάστηση, οργιώδης ανάπτυξη, πυκνή ανάπτυξη (ζιζανίων)
繁い しげい

επίθετο

  1. 01 συχνός
  2. 02 πυκνός, πυκνοφυτευμένος
繁華 はんか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοσμοσυρροή, πολυσύχναστο μέρος, άνθηση
繁殖期 はんしょくき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος αναπαραγωγής
繁忙期 はんぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος αιχμής, πολυάσχολη εποχή
繁忙 はんぼう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απασχολημένος, πιεσμένος, έντονος, φορτωμένος (με δουλειά)
繁々 しげしげ

επίρρημα

  1. 01 συχνά, επανειλημμένα
  2. 02 κατάματα, επίμονα, προσεκτικά
繁縷 はこべ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροκλειδιά (γένος Stellaria), αστεράκι
繁殖地 はんしょくち

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος αναπαραγωγής
繁殖用 はんしょくよう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή, αναπαραγωγή, γεννήτορας, αναπαραγωγικός
繁多 はんた

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικός φόρτος εργασίας
繁文縟礼 はんぶんじょくれい

ουσιαστικό

  1. 01 γραφειοκρατία, περιττές τυπικότητες
繁劇 はんげき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικός φόρτος εργασίας, τρομερή πολυασχολία
繁く しげく

επίρρημα

  1. 01 συχνά