5 αποτελέσματα για «繍»

繍帳 しゅうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντητή κουρτίνα
繍仏 しゅうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντητό βούδας, βουδιστικό κέντημα
繍衣 しゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 κεντημένο ένδυμα
繍匠 しゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντητής
  1. 01 ράβω
  2. 02 κεντητό ύφασμα