3 αποτελέσματα για «繞»

にょう

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό κάντζι που εκτείνεται από το αριστερό προς το κάτω μέρος του χαρακτήρα, ριζικό τύπου περιβλήματος
繞く しまく

ρήμα

  1. 01 περικλείω, περιβάλλω
  1. 01 περικυκλώνω
  2. 02 επιστρέφω