Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
2 αποτελέσματα για «繧»
繧繝
うんげん
ουσιαστικό
01
ουνγκέν, μέθοδος βαφής κατά την οποία ένα χρώμα μεταβάλλεται επανειλημμένα από πυκνό σε αραιό και από αραιό σε πυκνό, χρησιμοποιούνταν σε βουδιστικές εικόνες, στολίδια ναών κ.λπ., κατά τις περιόδους Νάρα και Χεϊάν
繧
01
μέθοδος βαφής