6 αποτελέσματα για «繭»

まゆ

ουσιαστικό

  1. 01 κουκούλι
繭玉 まゆだま

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοχρονιάτικο διακοσμητικό με μπαλάκια ζύμης σε σχήμα κουκουλιού
繭価 まゆか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή κουκουλιού
繭かき まゆかき

ουσιαστικό

  1. 01 η διαδικασία εξαγωγής κουκουλιών μεταξοσκώληκα από την ειδική θήκη κουκουλιών
繭をかける まゆをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 πλέκω κουκούλι
  1. 01 κουκούλι