8 αποτελέσματα για «罫»
罫線 けいせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή κανόνα, διαγραμμίσεις
- 02 διάγραμμα, γράφημα
- 03 πτυχή, εγκοπή
- 04 περίγραμμα, πλαίσιο
罫 けい
ουσιαστικό
- 01 γραμμή (χαρακτηρισμένη)
- 02 γραμμή (σε ταμπλό γκο, σόγκι, κ.λπ.)
罫紙 けいし
ουσιαστικό
- 01 ριγέ χαρτί, γραμμωτό χαρτί
罫線を引く けいせんをひく
άλλο, ρήμα
- 01 τραβώ γραμμή, σχεδιάζω μια γραμμή
罫引き けびき
ουσιαστικό
- 01 εργαλείο χάραξης γραμμών (κεμπίκι)
罫書き けがき
ουσιαστικό
- 01 σημάδεμα, χάραξη, μεταφορά σχεδίου (σε μεταλλοτεχνία)
罫線表 けいせんひょう
ουσιαστικό
- 01 διάγραμμα (που απεικονίζει τις μεταβολές των τιμών)
罫
- 01 γραμμή με χάρακα