14 αποτελέσματα για «署»

署名 しょめい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπογραφή, αυτόγραφο
しょ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικό τμήμα, γραφείο (π.χ. εφορία)
署長 しょちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός διευθυντής, προϊστάμενος υπηρεσίας
署内 しょない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός αστυνομικού τμήματος, πυροσβεστικού σταθμού, εφορίας, κ.λπ.
署員 しょいん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος γραφείου, μέλος προσωπικού, λειτουργός
署名運動 しょめいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 εκστρατεία συγκέντρωσης υπογραφών
署名捺印 しょめいなついん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπογραφή και σφράγιση (σε ένα έγγραφο), υπογράφω και σφραγίζω
署する しょする

ρήμα

  1. 01 υπογράφω (βάζω την υπογραφή μου)
署名式 しょめいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή υπογραφής (για νόμο, συνθήκη κ.λπ.)
署名国 しょめいこく

ουσιαστικό

  1. 01 συμβαλλόμενο κράτος
署名鑑 しょめいかん

ουσιαστικό

  1. 01 δείγμα υπογραφής
署名者 しょめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπογράφων, συμβαλλόμενος
署名本 しょめいぼん

ουσιαστικό

  1. 01 υπογεγραμμένο βιβλίο, βιβλίο με αυτόγραφο
  1. 01 υπογραφή
  2. 02 δημόσια υπηρεσία
  3. 03 αστυνομικό τμήμα