11 αποτελέσματα για «罵»
罵る ののしる N1
ρήμα
- 01 υβρίζω, καταριέμαι, φωνάζω προσβολές, κακολογώ
罵倒 ばとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υβρίζω, καταγγέλλω, υποτιμώ, διαβάλλω, ασκώ δριμεία κριτική
罵声 ばせい
ουσιαστικό
- 01 υβριστική φωνή, χλευασμοί, αποδοκιμασίες
罵詈雑言 ばりぞうごん
ουσιαστικό
- 01 κάθε είδους υβριστική γλώσσα, κατάρες, χειμαρρώδης λεκτική κακοποίηση, ορυμαγδός προσβολών
罵り ののしり
ουσιαστικό
- 01 ύβρις, κατάρα, βωμολοχία, προσβολή
罵詈 ばり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υβριστικός λόγος, βωμολοχία
罵言 ばげん
ουσιαστικό
- 01 ύβρις, υβριστικός λόγος
罵詈讒謗 ばりざんぼう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υβριστικός λόγος, συκοφαντική δυσφήμηση, προσβλητική γλώσσα, η χρήση υβριστικών εκφράσεων εναντίον κάποιου, υβριστική αναφορά σε κάποιον
罵り言葉 ののしりことば
ουσιαστικό
- 01 υβριστική γλώσσα, βρισιά, υβριστική λέξη, κατάρα
罵り合う ののしりあう
άλλο, ρήμα
- 01 αλληλοβρίζομαι, αλληλοϋβρίζομαι, ανταλλάσσω προσβολές
罵
- 01 βρισιά
- 02 προσβολή