7 αποτελέσματα για «罷»

罷免 ひめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλυση (από θέση), παύση
罷り まかり

πρόθημα

  1. 01 εμφατικό πρόθημα ρημάτων
  2. 02 ταπεινό πρόθημα ρημάτων
罷業 ひぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 απεργία, στάση εργασίας
罷免権 ひめんけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία απόλυσης κάποιου (από μια θέση)
罷り成らぬ まかりならぬ

άλλο

  1. 01 δεν επιτρέπεται, απαγορεύεται
罷官 ひかん

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση από το αξίωμα
  1. 01 σταματώ
  2. 02 σταματώ
  3. 03 φεύγω
  4. 04 αποχωρώ
  5. 05 πηγαίνω