91 αποτελέσματα για «群»

群れ むれ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, πλήθος, κοπάδι, σμήνος, αγέλη (π.χ. σκύλων), συστάδα (π.χ. αστεριών)
ぐん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, σύνολο, πλήθος, συνωστισμός, σμήνος, αγέλη, κοπάδι (για ψάρια)
  2. 02 ομάδα
群がる むらがる N1

ρήμα

  1. 01 σμηνουργώ, συγκεντρώνομαι
  2. 02 συσσωρεύομαι, μαζεύομαι
群衆 ぐんしゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα (ανθρώπων), πλήθος, ορδή, συνωστισμός, όχλος
群れる むれる

ρήμα

  1. 01 συνωστίζομαι, συγκεντρώνομαι σε σμήνος, σχηματίζω σμήνος
群集 ぐんしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήθος, κοινότητα, ομάδα, κοπάδι, συγκέντρωση, συνάθροιση
群を抜く ぐんをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεχωρίζω από το πλήθος, υπερέχω των υπολοίπων (π.χ. μιας μεγάλης ομάδας), είμαι μακράν ο καλύτερος
群生 ぐんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυτρώνω μαζικά σε μια τοποθεσία (για φυτά)
  2. 02 ζω σε αγέλες (για ζώα), ζω σε σμήνη, κοπάδια, αποικίες κ.λπ.
  3. 03 όλα τα έμβια όντα
群生 ぐんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 όλα τα έμβια όντα
群青 ぐんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαθυγάλαζο
群馬 ぐんま

ουσιαστικό

  1. 01 Γκούνμα (νομός)
群青色 ぐんじょういろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα του υπερμαρίνου, έντονο βαθύ μπλε
群体 ぐんたい

ουσιαστικό

  1. 01 αποικία
群馬県 ぐんまけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Γκούνμα (περιοχή Κάντο)
群れを成す むれをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω ομάδες, συγκεντρώνομαι σε σμήνη ή αγέλες
群像 ぐんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή ομάδα (ιδιαίτερα νέων ανθρώπων), δυναμική παρέα
  2. 02 ομάδα
群島 ぐんとう

ουσιαστικό

  1. 01 νησιωτικό σύμπλεγμα, αρχιπέλαγος
群雄割拠 ぐんゆうかっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταγωνισμός τοπικών πολέμαρχων, η συνύπαρξη πολλών ισχυρών (ταλαντούχων, επιδραστικών) προσώπων που κυριαρχούν αυτόνομα σε έναν συγκεκριμένο τομέα
群をなす ぐんをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω σμήνος, συνωστίζομαι, συγκεντρώνομαι σε αγέλη
群臣 ぐんしん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήθος ή μεγάλος αριθμός αυλικών ή υπηκόων