6 αποτελέσματα για «羨»
羨ましい うらやましい N3
επίθετο
- 01 ζηλόφθονος, ζηλιάρης
- 02 αξιοζήλευτος (θέση, κ.λπ.)
羨望 せんぼう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φθόνος, ζήλεια
羨む うらやむ N2
ρήμα
- 01 ζηλεύω, φθονώ, νιώθω ζήλια για κάποιον
羨望の的 せんぼうのまと
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο φθόνου
羨み うらやみ
ουσιαστικό
- 01 φθόνος, ζήλια
羨
- 01 ζηλιάρης
- 02 ζηλεύω
- 03 ποθώ, επιθυμώ διακαώς