7 αποτελέσματα για «翁»
翁 おきな
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 γέροντας, σεβάσμιος ηλικιωμένος
- 02 σεβάσμιος, ηλικιωμένος, πατέρας
翁の面 おきなのめん
ουσιαστικό
- 01 προσωπείο γέροντα
翁媼 おうおう
ουσιαστικό
- 01 γέροντας και γριά, ηλικιωμένος άνδρας και ηλικιωμένη γυναίκα
翁貝 おきながい
ουσιαστικό
- 01 οκιναγκάι
翁戎貝 おきなえびすがい
ουσιαστικό
- 01 οκιναεμπισουγκάι (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού, Pleurotomaria beyrichii)
翁恵比須 おきなえびす
ουσιαστικό
- 01 είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού (Pleurotomaria beyrichii)
翁
- 01 σεβάσμιος γέρος