16 αποτελέσματα για «耕»
耕す たがやす N2
ρήμα
- 01 οργώνω, καλλιεργώ
耕作 こうさく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλλιέργεια, γεωργία
耕地 こうち N2
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμη γη, αγρός, γεωργική έκταση
- 02 φασέντα, ασιέντα, μεγάλο κτήμα
耕作地 こうさくち
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμη γη
耕作者 こうさくしゃ
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργητής
耕耘 こううん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 όργωμα και βοτάνισμα, καλλιέργεια της γης, αγροτική εργασία, άροση
耕作放棄地 こうさくほうきち
άλλο
- 01 αγροί και ορυζώνες που έχουν εγκαταλειφθεί και δεν καλλιεργούνται πλέον
耕田 こうでん
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμος αγρός (για ρύζι κ.λπ.)
耕耘機 こううんき
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργητής, σκαπτικό μηχάνημα
耕地整理 こうちせいり
ουσιαστικό
- 01 αναδιανομή καλλιεργήσιμης γης
耕土 こうど
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμο έδαφος
耕具 こうぐ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικά εργαλεία, αγροτικά εφόδια
耕作放棄 こうさくほうき
άλλο
- 01 εγκατάλειψη καλλιέργειας
耕種 こうしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλλιέργεια και σπορά
耕作物 こうさくぶつ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικά προϊόντα, αγροτική παραγωγή
耕
- 01 καλλιεργώ
- 02 οργώνω
- 03 καλλιεργώ