4 αποτελέσματα για «聚»

聚楽 じゅらく

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζο υλικό επικάλυψης τοίχων (γκρι)
聚散 しゅうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση και διανομή
聚斂 しゅうれん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαριά φορολογία
聚
  1. 01 συγκεντρώνω