8 αποτελέσματα για «聾»

ろう

ουσιαστικό

  1. 01 κώφωση
聾する ろうする

ρήμα

  1. 01 κουφαίνω
聾者 ろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κωφός
聾唖 ろうあ

ουσιαστικό

  1. 01 κώφωση
  2. 02 κωφαλαλία, κωφάλαλος
つんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 κώφωση, κωφός
聾唖学校 ろうあがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο για κωφάλαλα άτομα
聾盲 ろうもう

ουσιαστικό

  1. 01 κωφότητα και τύφλωση, κωφός και τυφλός άνθρωπος
  1. 01 κώφωση
  2. 02 κωφός
  3. 03 κωφώνω