18 αποτελέσματα για «肋»
肋骨 あばらぼね
ουσιαστικό
- 01 πλευρό
- 02 σκελετός πλοίου
肋 あばら
ουσιαστικό
- 01 πλευρό, θώρακας
肋 ばら
ουσιαστικό
- 01 πλευρό χωρίς κόκαλο (κυρίως χοιρινό ή μοσχαρίσιο), πλευρό με το κόκαλο αφαιρεμένο
肋膜 ろくまく
ουσιαστικό
- 01 υπεζωκότας
肋間 ろっかん
ουσιαστικό
- 01 μεσοπλεύριος
肋木 ろくぼく
ουσιαστικό
- 01 σκάλα αναρρίχησης (το όργανο γυμναστικής)
肋間神経痛 ろっかんしんけいつう
ουσιαστικό
- 01 μεσοπλεύρια νευραλγία
肋軟骨 ろくなんこつ
ουσιαστικό
- 01 πλευρικός χόνδρος
肋材 ろくざい
ουσιαστικό
- 01 ξύλο για τα πλευρά πλοίου
肋間動脈 ろっかんどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 μεσοπλεύρια αρτηρία
肋間筋 ろっかんきん
ουσιαστικό
- 01 μεσοπλεύριος μυς
肋凹 ろくおう
ουσιαστικό
- 01 πλευρική εντομή
肋間神経 ろっかんしんけい
ουσιαστικό
- 01 μεσοπλεύριο νεύρο
肋軟骨炎 ろくなんこつえん
ουσιαστικό
- 01 χολαγγειίτιδα
肋膜炎 ろくまくえん
ουσιαστικό
- 01 πλευρίτιδα
肋下動脈 ろっかどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 υποπλεύρια αρτηρία
肋骨挙筋 ろっこつきょきん
ουσιαστικό
- 01 ανελκτήρες πλευρών (μύες)
肋
- 01 πλευρό