6 αποτελέσματα για «肖»

肖像画 しょうぞうが

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπογραφία
肖像 しょうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπογραφία, ομοίωμα, εικόνα
肖像権 しょうぞうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα χρήσης της εικόνας κάποιου
肖像画家 しょうぞうがか

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπογράφος
肖る あやかる

ρήμα

  1. 01 επηρεάζομαι θετικά από την τύχη κάποιου, ακολουθώ το παράδειγμα κάποιου, απολαμβάνω τα ίδια οφέλη με κάποιον ή κάτι, επωφελούμαι από τη δημοτικότητα κάποιου ή κάτι
  2. 02 ονομάζομαι προς τιμήν κάποιου
  1. 01 ομοιότητα