15 αποτελέσματα για «肘»
肘 ひじ N2
ουσιαστικό
- 01 αγκώνας
肘掛け ひじかけ
ουσιαστικό
- 01 μπράτσο (καρέκλας), στήριγμα αγκώνα
肘打ち ひじうち
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα με τον αγκώνα (καράτε)
肘鉄 ひじてつ
ουσιαστικό
- 01 σπρώξιμο με τον αγκώνα
- 02 απόρριψη, απόκρουση
肘掛け椅子 ひじかけいす
ουσιαστικό
- 01 πολυθρόνα, κάθισμα με μπράτσα
- 02 ανώτερο προσωπικό
肘関節 ちゅうかんせつ
ουσιαστικό
- 01 άρθρωση του αγκώνα
肘当て ひじあて
ουσιαστικό
- 01 αποσπώμενο στήριγμα αγκώνα, υποβραχιόνιο, επιπαγκωνίδα
- 02 χτύπημα με τον αγκώνα (καράτε)
肘枕 ひじまくら
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στηρίζω το κεφάλι μου στον αγκώνα ή στο μπράτσο μου
肘鉄砲 ひじでっぽう
ουσιαστικό
- 01 σπρώχνω με τον αγκώνα
- 02 απόρριψη, απόκρουση
肘木 ひじき
ουσιαστικό
- 01 αγκώνας, βραχίονας στήριξης, φουρούσι
肘張る ひじばる
άλλο, ρήμα
- 01 προεξέχω τους αγκώνες μου
- 02 είμαι ισχυρογνώμων, είμαι αλαζονικός
肘頭滑液包炎 ちゅうとうかつえきほうえん
ουσιαστικό
- 01 ολεκρανική θυλακίτιδα
肘頭滑液嚢炎 ちゅうとうかつえきのうえん
ουσιαστικό
- 01 φλεγμονή του ωλεκρανικού ορογόνου θύλακα, αγκώνας του ανθρακωρύχου
肘頭 ひじがしら
ουσιαστικό
- 01 ωλέκρανο
肘
- 01 αγκώνας
- 02 μπράτσο