18 αποτελέσματα για «肛»
肛門 こうもん
ουσιαστικό
- 01 πρωκτός
肛門括約筋 こうもんかつやくきん
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικός σφιγκτήρας
肛門性交 こうもんせいこう
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικό σεξ, πρωκτική συνουσία
肛門科 こうもんか
ουσιαστικό
- 01 πρωκτολογικό τμήμα, πρωκτολογική κλινική, πρωκτολογία
肛門腺 こうもんせん
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικός αδένας
肛門期 こうもんき
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικό στάδιο
肛門直腸 こうもんちょくちょう
ουσιαστικό
- 01 ορθοπρωκτικός
肛門学 こうもんがく
ουσιαστικό
- 01 πρωκτολογία
肛門出血 こうもんしゅっけつ
ουσιαστικό
- 01 πρωκτορραγία, αιμορραγία του πρωκτού
肛門上皮 こうもんじょうひ
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικό επιθήλιο
肛門性格 こうもんせいかく
ουσιαστικό
- 01 πρωκτικός χαρακτήρας (στην ψυχανάλυση)
肛後尾 こうごうび
ουσιαστικό
- 01 μεταπρωκτική ουρά
肛後腸 こうこうちょう
ουσιαστικό
- 01 μεταπρωκτικό έντερο, οπίσθιο εντερικό τμήμα
肛門弁 こうもんべん
ουσιαστικό
- 01 πρωκτική βαλβίδα, πρωκτικές βαλβίδες
肛門鏡 こうもんきょう
ουσιαστικό
- 01 πρωκτοσκόπιο, ορθοσκόπιο
肛門挙筋 こうもんきょきん
ουσιαστικό
- 01 ανελκτήρας του πρωκτού (μύς), ανελκτήρας πρωκτικός
肛門外科 こうもんげか
ουσιαστικό
- 01 πρωκτολογία, χειρουργική παχέος εντέρου και πρωκτού
肛
- 01 πρωκτός