25 αποτελέσματα για «股»

股間 こかん

ουσιαστικό

  1. 01 καβάλος, βουβωνική χώρα, η περιοχή ανάμεσα στους μηρούς
また N3

ουσιαστικό

  1. 01 βουβωνική χώρα, μηρός, καβάλος
  2. 02 διχάλα (σε δέντρο, δρόμο, ποτάμι κ.λπ.), δόντια (πιρουνιού)
股を開く またをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω τα πόδια μου
  2. 02 συμφωνώ να κάνω σεξ (για γυναίκα)
股下 またした

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική ραφή, εσωτερικό μήκος ποδιού
股にかける またにかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταξιδεύω παντού, δραστηριοποιούμαι σε μέρη που απέχουν πολύ μεταξύ τους
股関節 こかんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ισχιορθρική άρθρωση, ισχίο
股ぐら またぐら

ουσιαστικό

  1. 01 καβάλος, εσωτερικό του μηρού, βουβωνική χώρα
股引 ももひき

ουσιαστικό

  1. 01 στενά παντελόνια, παντελόνι εργασίας, μακρύ εσώρουχο, μακρύ ισοθερμικό
股肱 ここう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί χέρι, έμπιστος συνεργάτης
股布 またぬの

ουσιαστικό

  1. 01 κομμάτι υφάσματος που ράβεται στον καβάλο ενός ενδύματος για ενίσχυση, σέλα
股立 ももだち

ουσιαστικό

  1. 01 ανοίγματα στα ισχία ενός παντελονιού χακάμα
股割り またわり

ουσιαστικό

  1. 01 ασκηση ακραιας διατασης των ποδιων για την αυξηση της ευλυγισιας στο καβαλο
股上 またがみ

ουσιαστικό

  1. 01 καβάλος (το τμήμα του παντελονιού που βρίσκεται πάνω από τον καβάλο), ύψος καβάλου
股抜き またぬき

ουσιαστικό

  1. 01 ποδιά (στο ποδόσφαιρο), πέρασμα της μπάλας ανάμεσα από τα πόδια (π.χ. στο τένις)
股ドン またドン

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακινητοποιώ κάποιον στον τοίχο τοποθετώντας το γόνατό μου ανάμεσα στα πόδια του (ματαντόν)
股旅 またたび

ουσιαστικό

  1. 01 περιπλανώμενος βίος τζογαδόρου
股ずれ またずれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερεθισμός στον καβάλο, ερεθισμός στους μηρούς
  2. 02 σύγκαμα στο εσωτερικό των μηρών
股縄 またなわ

ουσιαστικό

  1. 01 σκοινί καβάλου (στη σεξουαλική δεσμευτική πρακτική)
股関節脱臼 こかんせつだっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρθρωση ισχίου
股火 またび

ουσιαστικό

  1. 01 ζεστασιά στα γεννητικά όργανα στεκόμενος πάνω από ένα χιμπάτσι