6 αποτελέσματα για «肢»

肢体 したい

ουσιαστικό

  1. 01 μέλη, χέρια και πόδια, σώμα
肢体不自由者 したいふじゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με σωματική αναπηρία, άτομο με κινητικά προβλήματα
肢体不自由児 したいふじゆうじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί με κινητική αναπηρία, παιδί με σωματική αναπηρία
肢帯 したい

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη (π.χ. πυελική ζώνη, θωρακική ζώνη)
肢位 しい

ουσιαστικό

  1. 01 θέση των αρθρώσεων του σώματος (πόδι, πέλμα κ.λπ.)
  1. 01 μέλος
  2. 02 χέρια και πόδια