11 αποτελέσματα για «肯»

肯定 こうてい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάφαση
  2. 02 καταφατικός
肯定的 こうていてき

επίθετο

  1. 01 καταφατικός
肯んじる がえんじる

ρήμα

  1. 01 συγκατατίθεμαι, επιτρέπω, αποδέχομαι, συμφωνώ
肯綮 こうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιώδες σημείο
肯んずる がえんずる

ρήμα

  1. 01 συγκατατίθεμαι, επιτρέπω, αποδέχομαι
肯定文 こうていぶん

ουσιαστικό

  1. 01 καταφατική πρόταση
肯定命題 こうていめいだい

ουσιαστικό

  1. 01 καταφατική πρόταση
肯定応答 こうていおうとう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωρίζω, επιβεβαιώνω, ACK
肯諾 こうだく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκατάθεση, συμφωνία
肯う うけがう

ρήμα

  1. 01 εγκρίνω, αποδέχομαι, συναινώ, επιβεβαιώνω
  1. 01 συμφωνία
  2. 02 συγκατάθεση
  3. 03 συμμορφώνομαι, υπακούω