22 αποτελέσματα για «胆»

ουσιαστικό

  1. 01 χοληδόχος κύστη, συκώτι
胆力 たんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 θάρρος, τόλμη, ψυχραιμία
胆汁 たんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χολή
胆石 たんせき

ουσιαστικό

  1. 01 χολολιθίαση, πέτρα στη χολή
胆嚢 たんのう

ουσιαστικό

  1. 01 χοληδόχος κύστη
胆管 たんかん

ουσιαστικό

  1. 01 χοληδόχος πόρος
胆略 たんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 θάρρος και επινοητικότητα
胆汁質 たんじゅうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χολερικό ταμπεραμέντο
胆管炎 たんかんえん

ουσιαστικό

  1. 01 χολαγγειίτιδα, αγγειοχολαγγειίτιδα
胆嚢炎 たんのうえん

ουσιαστικό

  1. 01 χολοκυστίτιδα, φλεγμονή της χοληδόχου κύστης
胆管癌 たんかんがん

ουσιαστικό

  1. 01 χολαγγειοκαρκίνωμα, καρκίνος των χοληφόρων πόρων
胆気 たんき

ουσιαστικό

  1. 01 θάρρος, ψυχικό σθένος, ατσαλένια νεύρα
胆石症 たんせきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 χολολιθίαση, πέτρες στη χοληδόχο κύστη
胆礬 たんばん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκανθίτης, κυανός βιτριόλ
胆大心小 たんだいしんしょう

άλλο

  1. 01 τολμηρός και θαρραλέος, αλλά ταυτόχρονα προσεκτικός και σχολαστικός
胆汁色素 たんじゅうしきそ

ουσιαστικό

  1. 01 χολική χρωστική
胆汁酸 たんじゅうさん

ουσιαστικό

  1. 01 χολερικό οξύ
胆嚢ポリープ たんのうポリープ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύποδας χοληδόχου κύστης
胆斗の如し たんとのごとし

ουσιαστικό

  1. 01 γενναίος σαν λιοντάρι
胆道閉鎖症 たんどうへいさしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ατρησία χοληφόρων οδών