22 αποτελέσματα για «胚»

はい

ουσιαστικό

  1. 01 έμβρυο, φύτρο (π.χ. φύτρο σιταριού)
胚胎 はいたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλάστηση, εγκυμοσύνη
  2. 02 προκύπτω (σε), απορρέω (από), πηγάζω (σε)
胚芽 はいが

ουσιαστικό

  1. 01 φύτρο (δημητριακού, π.χ. σιταριού, ρυζιού), εμβρυακό μπουμπούκι
胚子 はいし

ουσιαστικό

  1. 01 έμβρυο
胚珠 はいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ωάριο, ωάριο
胚乳 はいにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοσπέρμιο (ενός σπόρου, ειδικότερα ο θρεπτικός ιστός)
胚性幹細胞 はいせいかんさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκό βλαστοκύτταρο, εμβρυϊκό αρχέγονο κύτταρο (ES)
胚盤胞 はいばんほう

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστοκύστη, βλαστοδερμική κύστη
胚移植 はいいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυομεταφορά, μεταφορά εμβρύου
胚芽米 はいがまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζάλευρο με φύτρο, ημι-αλεσμένο ρύζι, ημι-κεκαθαρμένο ρύζι, ρύζι με το φύτρο, ρύζι που έχει υποστεί άλεση για την αφαίρεση του πίτουρου αλλά όχι του φύτρου, αλεσμένο ρύζι με οφθαλμούς εμβρύου
胚発生 はいはっせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυογένεση, εμβρυονική ανάπτυξη
胚葉 はいよう

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστικό στρώμα, βλαστικό επιθήλιο
胚性 はいせい

επίθετο

  1. 01 εμβρυϊκός
胚盤 はいばん

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστικός δίσκος, βλαστοδίσκος
  2. 02 σχήτη (του σπόρου των αγρωστωδών)
胚幹細胞 はいかんさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκό βλαστοκύτταρο
胚膜 はいまく

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκός υμένας, εξωεμβρυϊκός υμένας
胚嚢 はいのう

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυοσακκος
胚培養士 はいばいようし

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυολόγος
胚形成 はいけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυογένεση
胚種 はいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρόβιο, σπόρος, γερμινάτο