12 αποτελέσματα για «胞»

胞子 ほうし

ουσιαστικό

  1. 01 σπόριο
胞衣 えな

ουσιαστικό

  1. 01 ύστερος, πλακούντας
胞子嚢 ほうしのう

ουσιαστικό

  1. 01 σποριοθήκη
胞子体 ほうしたい

ουσιαστικό

  1. 01 σπορόφυτο
胞状奇胎 ほうじょうきたい

ουσιαστικό

  1. 01 κυστική μύλη
胞胚 ほうはい

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστοκύστη, βλαστοσφαίρα
胞子嚢群 ほうしのうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός
胞子葉 ほうしよう

ουσιαστικό

  1. 01 γονιμοποιό φύλλο
胞状 ほうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυστοειδής, κυστεοειδής, φυσαλιδώδης, υδατιδοειδής
胞胚腔 ほうはいくう

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστοκήλη
胞子植物 ほうししょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό που αναπαράγεται με σπόρια, σποριόφυτο
  1. 01 πλακούντας
  2. 02 σάκος, κύστη
  3. 03 θήκη, έλυτρο