7 αποτελέσματα για «腋»
腋窩 えきか
ουσιαστικό
- 01 μασχάλη, μασχαλιαία κοιλότητα
腋臭 わきが
ουσιαστικό
- 01 δυσώδης εφίδρωση, κακοσμία μασχάλης
腋毛 わきげ
ουσιαστικό
- 01 τρίχες μασχάλης
腋窩動脈 えきかどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 μασχαλιαία αρτηρία
腋窩腺 えきかせん
ουσιαστικό
- 01 μασχαλιαίος αδένας
腋生 えきせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μασχαλιαία ανάπτυξη
腋
- 01 μασχάλη
- 02 πλευρά