31 αποτελέσματα για «腎»
腎臓 じんぞう
ουσιαστικό
- 01 νεφρό
腎 じん
ουσιαστικό
- 01 νεφρό
腎不全 じんふぜん
ουσιαστικό
- 01 νεφρική ανεπάρκεια
腎機能 じんきのう
ουσιαστικό
- 01 νεφρική λειτουργία
腎臓病 じんぞうびょう
ουσιαστικό
- 01 νεφροπάθεια, νεφρική νόσος
腎虚 じんきょ
ουσιαστικό
- 01 ασθενής κατάσταση των νεφρών (εξάντληση λόγω υπερβολικής σεξουαλικής δραστηριότητας)
腎臓炎 じんぞうえん
ουσιαστικό
- 01 νεφρίτιδα, φλεγμονή του νεφρού
腎静脈 じんじょうみゃく
ουσιαστικό
- 01 νεφρική φλέβα
腎結石 じんけっせき
ουσιαστικό
- 01 νεφρολιθίαση, πέτρα στο νεφρό
腎炎 じんえん
ουσιαστικό
- 01 νεφρίτιδα, φλεγμονή των νεφρών
腎臓結石 じんぞうけっせき
ουσιαστικό
- 01 νεφρολιθίαση, πέτρα στα νεφρά
腎石 じんせき
ουσιαστικό
- 01 νεφρόλιθος, πέτρα στα νεφρά
腎障害 じんしょうがい
ουσιαστικό
- 01 νεφρική βλάβη, νεφρική ανεπάρκεια
腎症 じんしょう
ουσιαστικό
- 01 νεφροπάθεια
腎盂 じんう
ουσιαστικό
- 01 νεφρική πύελος
腎盂炎 じんうえん
ουσιαστικό
- 01 πυελονεφρίτιδα
腎盂腎炎 じんうじんえん
ουσιαστικό
- 01 πυελονεφρίτιδα
腎臓内科 じんぞうないか
ουσιαστικό
- 01 νεφρολογία
腎砂 じんさ
ουσιαστικό
- 01 νεφρική άμμος, άμμος νεφρών, χαλίκι
腎細胞癌 じんさいぼうがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνωμα νεφρικών κυττάρων, καρκινικός όγκος νεφρού