9 αποτελέσματα για «腓»
腓 こむら
ουσιαστικό
- 01 γάμπα (του ποδιού)
腓腹筋 ひふくきん
ουσιαστικό
- 01 γαστροκνήμιος μυς
腓骨 ひこつ
ουσιαστικό
- 01 περόνη
- 02 περονιαίος
腓腹 ひふく
ουσιαστικό
- 01 γαστροκνήμιος μυς
- 02 γαστροκνήμιος
腓腸筋 ひちょうきん
ουσιαστικό
- 01 γαστροκνήμιος μυς
腓腹神経 ひふくしんけい
ουσιαστικό
- 01 γαστροκνήμιο νεύρο, μικρό σαφηνές νεύρο, sural nerve
腓骨欠損 ひこつけっそん
ουσιαστικό
- 01 ημιμέλεια περόνης, αγενεσία περόνης
腓骨動脈 ひこつどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 περονιαία αρτηρία
腓
- 01 γάμπα