5 αποτελέσματα για «腔»

腔 こう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα
腔腸動物 こうちょうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλεντερωτό
腔線 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ραβδώσεις κάννης
腔腸 こうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλωματικός σωλήνας
腔
  1. 01 σωματική κοιλότητα