20 αποτελέσματα για «腫»

腫れる はれる N1

ρήμα

  1. 01 πρήζομαι (από φλεγμονή), διογκώνομαι
腫れ上がる はれあがる

ρήμα

  1. 01 πρήζομαι
腫瘍 しゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος, νεόπλασμα
腫れ はれ

ουσιαστικό

  1. 01 πρήξιμο, οίδημα, απόστημα
腫らす はらす

ρήμα

  1. 01 προκαλώ πρήξιμο, προκαλώ φλεγμονή
腫れ物 はれもの

ουσιαστικό

  1. 01 πρήξιμο, δοθιήνας, απόστημα, όγκος
腫れぼったい はれぼったい

επίθετο

  1. 01 πρησμένος, λιγάκι διογκωμένος
しゅ

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος
腫物 しゅもつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρήξιμο, δοθιήνας, απόστημα, όγκος
腫れ物扱い はれものあつかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω κάποιον με υπερβολική προσοχή (ώστε να μην τον θυμώσω ή αναστατώσω), μεταχειρίζομαι με το «γάντι», χειρίζομαι προσεκτικά
腫脹 しゅちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρήξιμο, οίδημα
腫瘤 しゅりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος, εξόγκωμα, νεόπλασμα
腫大 しゅだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διόγκωση
腫瘍摘出手術 しゅようてきしゅつしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ογκεκτομή
腫瘍学 しゅようがく

ουσιαστικό

  1. 01 ογκολογία
腫れ物に触るよう はれものにさわるよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 υπερβολικά προσεκτικός, επιφυλακτικός
腫瘍壊死因子 しゅようえしいんし

ουσιαστικό

  1. 01 παράγοντας νέκρωσης όγκων (π.χ. καχεξίνη), παράγοντας νέκρωσης όγκων, TNF
腫瘍ウイルス しゅようウイルス

ουσιαστικό

  1. 01 ογκοϊός, καρκινογόνος ιός
腫気 しゅき

ουσιαστικό

  1. 01 οίδημα, πρήξιμο
  1. 01 όγκος
  2. 02 πρήξιμο, οίδημα