49 αποτελέσματα για «腸»
腸 ちょう N1
ουσιαστικό
- 01 έντερο
腸 はらわた
ουσιαστικό
- 01 έντερα, σπλάχνα
- 02 σπλάχνα, εντόσθια
- 03 πλακούντας (κολοκύθας, πεπονιού κ.λπ.), ινώδης πολτός, σποριοθήκη
- 04 καρδιά, ψυχή
腸 わた
ουσιαστικό
- 01 έντερα, σπλάχνα
腸内 ちょうない
ουσιαστικό
- 01 εντερικός, μέσα στο έντερο
腸壁 ちょうへき
ουσιαστικό
- 01 εντερικό τοίχωμα
腸詰め ちょうづめ
ουσιαστικό
- 01 λουκάνικο
腸液 ちょうえき
ουσιαστικό
- 01 εντερικά υγρά (εντερικά πεπτικά υγρά)
腸管 ちょうかん
ουσιαστικό
- 01 πεπτικός σωλήνας
腸チフス ちょうチフス
ουσιαστικό
- 01 τυφοειδής πυρετός, τύφος
腸閉塞 ちょうへいそく
ουσιαστικό
- 01 εντερική απόφραξη, ειλεός
腸炎 ちょうえん
ουσιαστικό
- 01 εντερίτιδα
腸間膜 ちょうかんまく
ουσιαστικό
- 01 μεσεντέριο
腸内細菌 ちょうないさいきん
ουσιαστικό
- 01 εντερικό βακτήριο, βακτήριο του εντέρου
腸骨 ちょうこつ
ουσιαστικό
- 01 λαγόνιο οστό
腸内環境 ちょうないかんきょう
ουσιαστικό
- 01 εντερικό περιβάλλον, μικροβίωμα
腸捻転 ちょうねんてん
ουσιαστικό
- 01 συστροφή εντέρου, περιστροφή τμήματος του εντέρου
腸骨動脈 ちょうこつどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 λαγόνια αρτηρία
腸重積 ちょうじゅうせき
ουσιαστικό
- 01 εγκολεασμός, εντεροκολικός εγκολεασμός, εντερική εγκόλπωση
腸カタル ちょうカタル
ουσιαστικό
- 01 εντερική καταρροή, εντερίτιδα
腸内洗浄 ちょうないせんじょう
ουσιαστικό
- 01 εντεροκλυσμός, κλύσμα