12 αποτελέσματα για «腺»

せん

ουσιαστικό

  1. 01 αδένας
腺病質 せんびょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενική σωματική διάπλαση, σκροφούλωση (χρονία διόγκωση των λεμφαδένων)
腺ペスト せんペスト

ουσιαστικό

  1. 01 βουβωνική πανώλη
腺癌 せんがん

ουσιαστικό

  1. 01 αδενοκαρκίνωμα
腺腫 せんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αδένωμα
腺毛 せんもう

ουσιαστικό

  1. 01 αδενώδης τρίχα
腺様 せんよう

ουσιαστικό

  1. 01 αδενοειδής
腺熱 せんねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρικέτσια σενέτσου
  2. 02 λοιμώδης μονοπυρήνωση, μονοπυρήνωση, αδενικός πυρετός
腺熱リケッチア症 せんねつリケッチアしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αδενοπυρετός από ρικέτσια
腺房 せんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 βοτρυοειδής αδένας
腺窩炎 せんかえん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτίτιδα
  1. 01 αδένας
  2. 02 (κοκούτζι, ιαπωνικό ιδιόγραμμα)